ἀπρόσικτος

ἀπρόσικτος
ἀπρόσικτος
1 unattainable

ἀπροσίκτων δ' ἐρώτων ὀξύτεραι μανίαι N. 11.48


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • απρόσικτος — ἀπρόσικτος, ον (Α) [προσικνούμαι] ανέφικτος …   Dictionary of Greek

  • ἀπροσίκτων — ἀπρόσικτος unattainable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”